Δευτέρα, 26 Ιουνίου 2006

Χάγη, Finansbank και Ασφαλιστικό

Κάποιες παρατηρήσεις πάνω σε θέματα που απασχολούν την επικαιρότητα τις τελευταίες ημέρες:

Στα ελληνοτουρκικά:

Δεν λέμε ξεκάρφωτα «πάμε Χάγη». Αυτό θα είναι το καταληκτικό σημείο μιας νέας ενεργού πολιτικής, η οποία θα αξιοποιήσει όλες τις ευκαιρίες για να πετύχει ένα “Ελσίνκι 2”, να επαναφέρει δηλαδή την επίλυση των ελληνοτουρκικών διαφορών στον οδικό χάρτη της Τουρκίας προς την Ευρωπαϊκή Ένωση. Η Χάγη δεν είναι επαρχιακό ειρηνοδικείο για να πούμε “έχουμε διαφορές – πάμε στο δικαστήριο”. Αυτό είναι νομικίστικη στρέβλωση. Δεν υπάρχει δρόμος για την Χάγη δίχως μια συμφωνία μακράς πνοής με την Τουρκία, η οποία το λιγότερο θα εξασφαλίζει το συνυποσχετικό. Στην περίπτωση αυτή πριν την ενδεχόμενη παραπομπή στη Χάγη είναι αυτονόητο ότι πρέπει να αυξήσουμε τα χωρικά μας ύδατα στα 12 μίλια στις ανοιχτές θάλασσες και μέχρι ένα εύλογο μήκος στις κλειστές περιοχές ώστε να μην οδηγήσουμε σε εγκλωβισμό την γείτονα χώρα.

Ακόμα κι αν σε βάθος χρόνου ολοκληρωθεί η διαπραγμάτευση, η ένταξη της Τουρκίας πρέπει να περάσει από τις συμπληγάδες του δημοψηφίσματος στη Γαλλία. Η Ευρώπη δεν πρέπει να κλείσει την πόρτα στην Τουρκία, να την αφήσει με άδεια χέρια αλλά ούτε και να κάνει σκόντο στις υποχρεώσεις της.

Η Κύπρος νομίζω έκανε έναν ελιγμό για να υπενθυμίσει ότι κρατά το χαρτί του βέτο. Θα ήταν λάθος να το έριχνε τώρα ολομόναχη στο κεφάλαιο για την έρευνα. Κακώς δεν είχε ενημερωθεί η Ελλάδα για τις προθέσεις της Κυπριακής κυβέρνησης. Δεν παριστάνουμε τους κηδεμόνες της Κύπρου αλλά ο συντονισμός μας ειδικά σε αυτή τη μεταβατική φάση είναι πολύτιμος.


Για την εξαγορά της τουρκικής Finans Bank από την Εθνική και την πρόταση της Credit Agricole για την Εμπορική:

Ένα τόσο μεγάλο στοίχημα πρέπει να κρίνεται πρωταρχικά με κριτήρια της οικονομίας και των αγορών κι όχι με τις επιθυμίες του πολιτικού μας βολονταρισμού. Αν δεν σε επιβεβαιώσουν οι αγορές η οικονομική διπλωματία μπορεί να γνωρίσει την πλήρη αντιστροφή του νοήματός της. Ακριβώς γι’ αυτό εκφράσαμε την αγωνία μας για τη διαφάνεια και την αποτελεσματική διαχείριση ρίσκου της συγκεκριμένης εξαγοράς ώστε να κατοχυρώσουμε καταρχήν ένα δημόσιο αγαθό, όπως είναι η σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού μας συστήματος. Ένα οποιοδήποτε σοκ σ’ αυτό το εγχείρημα δεν θα πρέπει να οδηγήσει σε φαινόμενο ντόμινο που θα αγγίξει όχι μόνο την χρηματοοικονομική σφαίρα αλλά και την πραγματική οικονομία. Η πρώτη θεσμική ευθύνη ανήκει στην Ανεξάρτητη Εποπτική Αρχή, δηλαδή στην Τράπεζα της Ελλάδος και βέβαια η πολιτική ευθύνη στην Κυβέρνηση.

Η προηγούμενη κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ εκσυγχρόνισε το τραπεζικό σύστημα, το άνοιξε στους ξένους θεσμικούς και στήριξε μια επιθετική του εξωστρέφεια που βάσιμα μπορεί να κάνει τη χώρα μας χρηματοπιστωτικό κέντρο της ευρύτερης περιοχής. Ο κανόνας μας πρέπει να είναι εξωστρέφεια και “ανταγωνισμός, ανταγωνισμός, ανταγωνισμός” στο πιστωτικό σύστημα. Η εσωστρέφεια οδηγεί στο μαράζωμα, στο καρτέλ και στην φθηνή εξαγορά. Η κυβέρνηση Σημίτη, αφού εγκαταλείφθηκε το αμφιλεγόμενο σχέδιο για έναν “εθνικό πρωταθλητή” με μια συγχώνευση της Εθνικής και της Alpha δίχως συνέργιες, πράγμα που θα ενίσχυε την ολιγοπωλιακή δομή της πιστωτικής αγοράς, έκανε, πολύ σωστά, την επιλογή να συνδέσει στρατηγικά την Εμπορική με μια ευρωπαϊκή τράπεζα ώστε να αυξήσει τη δόση του ανταγωνισμού και της διεθνοποίησης στο τραπεζικό μας σύστημα. Η σημερινή κίνηση της Credit Agricole ήταν απολύτως προβλέψιμη και αναμενόμενη, απλώς επέλεξε το timing για να αγοράσει σχετικά πιο φθηνά. Επιφυλάσσομαι να μελετήσω το business plan της πρότασης, τις ανταγωνιστικές προσφορές και να εκτιμήσω κατά πόσο καλύπτονται τα εύλογα συμφέροντα των μετόχων, των εργαζομένων και των ασφαλιστικών ταμείων. Πάντως, αν και όλες οι συγκρίσεις χωλαίνουν στις αγορές, η διαφορά timing στις εξαγορές Finansbank και Εμπορικής δίνει καταρχήν την εικόνα ότι «αγοράζουμε» ακριβά και «πουλάμε» σχετικά φθηνά.

Οι ευκαιρίες σ’ αυτή τη φάση για διασυνοριακές εξαγορές τραπεζών έχουν περιοριστεί. Η Ρουμανία εξαντλήθηκε και τώρα και η Τουρκία. Ευκαιρίες λίγες, πολύς ο ανταγωνισμός και οι αποτιμήσεις της αξίας των Τραπεζών ανεβαίνουν. Η παγκοσμιοποίηση που οδήγησε σε μια έντονη διασυνοριακή διαφοροποίηση των επενδύσεων των τραπεζών έχει φτάσει τουλάχιστον σ’ αυτή τη φάση σε κατάσταση κορεσμού. Οι Γαλλικές τράπεζες δεν χάνουν τέτοιες ευκαιρίες. Η αστάθεια στις διεθνείς αγορές δεν είναι απλά “διόρθωση”. Φέρνει στην επιφάνεια τις θεμελιώδεις ανισορροπίες της παγκόσμιας οικονομίας ειδικά της αμερικάνικης. Εκφράζει μια αλλαγή στις συμπεριφορές των επενδυτών. Όταν τα επιτόκια ήταν χαμηλά αναλάμβαναν περισσότερους κινδύνους. Υπήρχε πλημμυρίδα χρήματος και σχετικά λίγες έξυπνες ιδέες για την τοποθέτησή τους. Τώρα η όρεξη για μεγάλους κινδύνους στις αναδυόμενες αγορές θα πέφτει όσο τα επιτόκια θα ανεβαίνουν και το φάντασμα του πληθωρισμού θα επιστρέφει. Υπάρχουν διλήμματα και νευρικότητα ακόμα και στις Κεντρικές Τράπεζες. Να μη ξεχνάμε επίσης ότι υπάρχει κυκλικότητα στην αναλογία των κερδών σε σχέση με το ΑΕΠ, η οποία αφορά την πραγματική οικονομία. Πιστεύω ότι θα μπούμε σε μεταβολή αυτού του κύκλου στις ισχυρές οικονομίες και βέβαια στην ελληνική. Πρέπει να συνηθίσουμε να ζούμε και να παίρνουμε αποφάσεις το επόμενο διάστημα σε συνθήκες μεγαλύτερης αβεβαιότητας στις αγορές.

Για το ασφαλιστικό και την αντιμετώπισή του:

Πρόκειται για την μεγάλη υπεκφυγή της κυβέρνησης και με μια έννοια και του πολιτικού συστήματος ενώ βαδίζουμε, αν δεν πάρουμε έγκαιρα τα μέτρα μας, στην πλέον προβλέψιμη οικονομική και κοινωνική κρίση λόγω της επερχόμενης δημογραφικής ανισορροπίας. Εκφωνούνται μόνο οι τίτλοι μερικών γνωστικών θεμάτων δίχως να φθάνουμε στον πυρήνα της δίκαιης κατανομής των πόρων και των βαρών ανάμεσα στις γενιές. Αλλά η “κρίση” είναι κιόλας εδώ. Τα κλειστά και προβληματικά πανεπιστήμια από τη χρόνια υποχρηματοδότησή τους είναι η άλλη όψη του ασφαλιστικού. Προαναγγέλλουν τα δραματικά διλήμματα του αύριο.

Το κύριο κλειδί του ασφαλιστικού είναι έξω από τον στενό πυρήνα του. Ο νέος κοινωνικός πλούτος που χρειαζόμαστε για όλες τις γενιές έχει σχέση με δύο αριθμούς: με τους εργαζόμενους και τον συνολικό όγκο της εργασίας τους στην κοινωνία και με την παραγωγικότητα της εργασίας τους. Στον πρώτο αριθμό μπορούμε να πετύχουμε κάποια πράγματα, όπως την αύξηση του ποσοστού απασχόλησης στον οικονομικά ενεργό πληθυσμό αλλά το μυστικό βρίσκεται στην παραγωγικότητα της εργασίας άρα στην γνώση, στην καινοτομία, στην επιχειρηματικότητα. Αν έχουμε τα επόμενα είκοσι χρόνια μια αύξηση της παραγωγικότητας κατά 2,5 – 3% στην Ευρώπη μπορούμε να τα καταφέρουμε στο ασφαλιστικό δίχως δραματικές αλλαγές. Από κει και πέρα υπάρχουν πολλές νέες ιδέες και εργαλεία για τον πυρήνα του ασφαλιστικού. Θεωρώ υποχρεωτικό μαζί με την κυρίαρχη αναδιανεμητική σύνταξη να υπάρχει, με πρωτοβουλία της κοινοπραξίας των ασφαλιστικών ταμείων, για κάθε εργαζόμενο το δεύτερο, το προσωπικό ασφαλιστικό βιβλιάριο κεφαλαιοποιητικού χαρακτήρα με ισχυρά κίνητρα. Πρέπει να εισάγουμε τη διαφοροποίηση των ασφαλιστικών εισφορών με βάση τον αριθμό των παιδιών. Θα πρόσθετα την ανάγκη νέων πόρων όπως τη συγκρότηση ενός επενδυτικού fund από τα έσοδα των αποκρατικοποιήσεων και την εκμετάλλευση της ακίνητης περιουσίας του δημοσίου ώστε να στηρίξουμε με τις αποδόσεις του συμπληρωματικά το ασφαλιστικό στην πιο δύσκολη καμπή του σε δέκα περίπου χρόνια και να μην επιβαρύνουμε δυσβάσταχτα τις νέες γενιές. Γενικότερα πρέπει να μεταβάλουμε τη δομή των επενδύσεων της ασφαλιστικής αποταμίευσης ώστε να αυξήσουμε την απόδοσή της με τη μέγιστη δυνατή διαφοροποίηση του ρίσκου.