Τρίτη 4 Νοεμβρίου 2014

Aφιέρωμα στον Μίκη

ΠΥΡΟΒΟΛΗΣΤΕ ΤΑ ΡΟΛΟΓΙΑ! 
για τον Μίκη, τον Τελευταίο Διόνυσο
 
Το αυτοκίνητο στριγγλίζει στις στροφές στην ανηφόρα Ηγουμενίτσα - Γιάννενα και αιφνίδια, καθώς ο Μίκης διασταυρώνει τις μάχες του ΕΛΑΣ με τις παλαιές στο Μπιζάνι, βρίσκεται κρεμασμένο μέχρι τη μέση πάνω σ’ ένα βαθύ γκρεμό. “Ξέρεις, όταν ήμουν πέντε χρονών πήρα φόρα από την ταράτσα μας στο Γαλατά να πηδήξω στη θάλασσα. Πίστευα ότι μπορούσα να πετάξω. Γκρεμοτσακίστηκα”. Διαρκής αγώνας ενάντια στο νόμο της βαρύτητας. Το ανέφικτο της ιδανικής επανάστασης. Το ανέφικτο του τέλειου έρωτα. Στα Γιάννενα θα θυμηθεί πως εκεί κατούρησε το παντελόνι του Ελευθέριου Βενιζέλου όταν τον πήρε στα πόδια του στο σπίτι τους. Ο Μεγάλος Κρητικός είχε πει εκείνη τη χρονιά “αχ, μωρέ σύντεκνε! Αν μου ‘λεγες πριν 20 χρόνια να μεταφέρω τα Λευκά Όρη μέσα στα Χανιά, θα σου έλεγα: ναι, μα το θεό, μπορώ. Μα τώρα...”. Ο επαναστάτης του Θερίσσου αναγνωρίζει τα όρια του συσχετισμού των δυνάμεων, τα όρια της πολυπλοκότητας και της διεθνούς αλληλεξάρτησης. Ο “βολονταριστής” για τους αμύητους Μίκης λογαριάζει καλύτερα από τους συμβατικούς πραγματιστές τους περιορισμούς της πραγματικότητας την ίδια στιγμή που τους αψηφά και τους ξεπερνά στην πολιτική και μουσική του φαντασία. Τη νύχτα απορροφήθηκε με το βλέμμα στη λίμνη και ψιθυρίζει “Είμαι τάνκερ στη λίμνη των Ιωαννίνων. Αυτό είναι το δράμα μου.”

***

Στην Κέρκυρα, την προηγουμένη, άκουγε κοντά τρεις δεκαετίες μετά τον αντίλαλο των πυροβολισμών και τις οιμωγές των εκτελεσμένων συντρόφων από το νησάκι Λαζαρέτο. Νυχτερινό μπάνιο στον όρμο της συντρόφισσας Εύας. Ο “Ψηλός”, όρθιος κι ασάλευτος, παραδίδεται στην αστροφεγγιά. Πυθαγόρεια σιωπή. Καιρός του σιγάν. Στ’ αυτιά του μια συμπαντική μελωδία και κείνος να λύνεται, να ελαφραίνει, να απλώνεται, να διαστέλλεται, να αιωρείται, να αραιώνει ως το μηδέν και το άπειρο, να γίνεται σύννεφο. Πόση ώρα έμεινε σ΄αυτή τη γαλαξιακή εγκατάλειψη; Εμένα με πήρε ο ύπνος στην άμμο.

Το πρωί ένας άλλος Μίκης με διαβολικό κέφι. Σμήνη τουριστών με δίσκους στα χέρια τον περικυκλώνουν και ζητούν υπογραφή. “Οι κυρίες σε μένα και οι κύριοι στον ξακουστό τραγουδιστή μου Γρηγόρη Μπιθικώτση και δείχνει εμένα”. Υπέγραφα σαν Γρηγόρης και παρατηρούσα τη βακχική ανταλλαγή ανάμεσα στα μάτια του Μίκη και των γυναικών. Η ερωτική του μανία! “Τα πιο μεγάλα αγαθά”, λέει ο Σωκράτης στον Φαίδρο, “μας έρχονται δια της μανίας”. Όταν κατέβαινε από το αεροπλάνο τις μέρες που έπεσε η δικτατορία του φώναξα μέσα από το πλήθος “Ψηλέ, σου οφείλομε τα κορίτσια μας”. “Θέλω ποσοστά”, αντιφώνησε. “Έχεις το 51% σ’ ό,τι κατορθώσαμε εμείς οι νεότεροι στο αντιδικτατορικό κίνημα”. Είχε φτάσει μέσα στην πιο βαθιά νύχτα της τυραννίας στα χέρια μου φρέσκια η κασέτα από τη Ζάτουνα που κόπιαρα σε εκατοντάδες αντίγραφα και έγινε ο μυστικός αρραβώνας στο “πάλης ξεκίνημα, νέοι αγώνες” της δικής μου γενιάς. Κι ύστερα στην απομόνωση στις εφιαλτικές ώρες άντεξα μόνο γιατί τραγουδούσα μαζί του Όταν σταματήσει ο χρόνος το κελί μου γεμίζει μήνες... γεια σου Ακρόπολη, Τουρκολίμανο, οδός Βουκουρεστίου... πέντε δισεκατομμύρια γαλαξίες σε πέντε μέτρα, σε πέντε μόνο μέτρα από το κελί μου.

***
Ο Μίκης πατά γκάζι. Πέρσι στον ίδιο δρόμο Αθήνα - Πάτρα κάηκε η μηχανή. Ξανά μια ξέφρενη αφήγηση, το χθες σε άπειρες παραλλαγές, οι χαμένες μάχες, οι χαμένες ιδέες, οι χαμένοι σύντροφοι, οι χαμένες γυναίκες. Στο Κιάτο άρχισε να ψιχαλίζει κι η διάθεσή του αλλάζει. Τραγουδάμε μαζί Μοιρολόι της βροχής, βράδυ Κυριακής... του κοινού αγαπημένου φίλου Τάσου Λειβαδίτη. Παλικάρι χλωμό σ’ ηύρανε νεκρό στο παλιό σταυροδρόμι. “Πιάσε” το Μάνα μου και Παναγιά, πάλι του Τάσου κι εγώ σε μπιθικοτσιακό σόλο κλαίει η μάνα μου στο μνήμα, κλαίει, κλαίει κι η Παναγιά... Κι ύστερα μαζί Μια νυχτερίδα στη σκεπή... του Μάνου Ελευθερίου και του Νίκου Γκάτσου Σήμερα βράδιασε νωρίς. Όμως το πρωτοβρόχι γίνεται καταιγίδα, ο δρόμος ποταμός, το αμάξι ζορίζεται και στην Αιγιάλεια παρκάρουμε αναγκαστικά στην άκρη του δρόμου. Έχει βυθιστεί στον εαυτό του. Βουλιάζει εντός του. Πάλι η πυθαγόρεια σιωπή. Σημάδι κάτι γεννά. Μια μυστική μελωδία στο πρόσωπο, στα χείλη του. Η συμπιεσμένη ενορμητική του ενέργεια μετουσιώνεται αυτή τη στιγμή σε δημιουργία. Σ’ ένα πακέτο “Άσσο” δίχως φίλτρο σημειώνει το μουσικό μοτίβο. Κι ύστερα από λίγο στρέφεται σε μένα απότομα με τη γνωστή θεατρική του οργή “εσένα θα βάλουν να γράψεις τον επικήδειό μου. Το Κόμμα θα υμνήσει τη συμβολή μου με ένα σωρό “ωστόσο”, “αλλά”, “παρά”. Λέγε αμέσως τι θα γράψεις. Θέλω τώρα να τ’ ακούσω...”. “Ξάπλωσε”, του απαντώ σοβαρά και καθώς πατά το κουμπί που κατεβάζει το κάθισμα, που ‘χει δει κι αν έχει δει πράματα και θάματα, βγαίνω στη βροχή κόβω σκίνα, μυρτιές, κουμαριές στολισμένα με τους καρπούς τους, τα τινάζω και τα απλώνω πάνω του. Μια πλημμυρίδα ιδεών, συμβάντων, μελωδιών ξεσπάει μέσα μου. Λόγος και τραγούδι. Ο κόσμος χωρίς εσένα. Σκέψου τη ζωή να τραβά το δρόμο της κι εσύ να λείπεις (Ρίτσου). Εκείνος που μας χάθηκε μην είναι μέσα στο κρασί... μην είναι πρωτοβρόχι (Χριστοδούλου). Η Ρίζα. Οι περιπέτειες της Αντίστασης και της Αριστεράς. Οι διαψεύσεις. Χάθηκα μέσα στους δρόμους που μ’ έδεσαν για πάντα (Γιάννη Θεοδωράκη). Δρόμοι που χάθηκαν, γωνιές που στάθηκα... πικρό το βράδυ φτάνει (Λειβαδίτη). Δρόμοι παλιοί π’ αγάπησα και μίσησα ατελείωτα (Αναγνωστάκη). Οι ουτοπίες. Στης νύχτας το μπαλκόνι παγώνει ο ουρανός κι είναι η αγάπη σκόνη και τ’ όνειρο καπνός (Γκάτσου). Οι ψευδαισθήσεις. Σου είπαν ψέμματα πολλά... Πού πας με ψεύτικα όνειρα; Καιρός να κλάψεις, καιρός να δεις (Μίκη). Οι φίλοι. Και δε μίλησε κανείς, τέτοιες ώρες τι να πεις με τη φωνή του Καζαντζίδη. Ο Μίκης έχει αποκοιμηθεί. Ο ύπνος σε τύλιξε, σαν ένα δένδρο, με πράσινα φύλλα (Ελύτη). Το ανέφικτο, το ανικανοποίητο. Ποτέ, ποτέ, ποτέ δε θα μπορούσα να ξεδιπλώσω όλες τις σημαίες (Μίκη). Το χρώμα του με πανικοβάλει. Ο Ήλιος εβασίλεψε, Έλληνά μου (Καζαντζάκη). Ασάλευτος, μήτε την ανάσα του δεν ακούω. Κι όταν ξυπνά συνεχίζει να ονειρεύεται. Σε χώρα μακρινή και αρυτίδωτη τώρα πορεύομαι... ιδού ας ακολουθήσουνε τα βήματά μου (Ελύτη). Έχει βιώσει την αποχαιρετιστήρια πομπή του. Σε τακτά διαστήματα κάνει τη δική του κάθοδο στον Κάτω Κόσμο. Το βράδυ ξεσηκώσαμε την Πλατεία Γεωργίου. Πέταγε. Γλεντήσαμε μετά στα Ψηλά Αλώνια. Φύγαμε με δυο νεαρές ποιήτριες της Αχαΐας για το Βραχάτι. Μίκης, ο τελευταίος Διόνυσος, ο θνήσκων και αναγεννόμενος θεός.
***
Βραχάτι - Αθήνα. Μόλις έχει πέσει η δικτατορία. Κοιτάζει με έκσταση το διυλιστήριο. “Είναι έργο τέχνης” μου λέει ο φουτουριστής μπολσεβίκος. Κι ύστερα ξανά και ξανά: Η μάχη του Στάλινγκραντ. Η μάχη του Λένινγκραντ. Η μάχη της Αθήνας. Δεκέμβρης του ‘44. Μακρόνησος. Η πρώτη νύχτα της απριλιανής δικτατορίας. “Ξέρεις στη Σορβόνη οι αριστεριστές με πέρασαν από λαϊκό δικαστήριο. Ζωντανός, άρα ένοχος. Προδοσία το ενιαίο αντιδικτατορικό μέτωπο! Προδοσία οι αναγκαίοι προωθητικοί συμβιβασμοί για τη δημοκρατία! Αριστερισμός, παιδική αρρώστια του κομμουνισμού (Λένιν). Το ξέρω δε μου συγχωρούν στην Αριστερά ότι επέζησα”. “Μίκη, η ενότητα και αναγέννηση της Αριστεράς χρειάζεται για εξιλαστήριο θύμα ένα ιερό τέρας. Εσένα! πρέπει να επαναλάβουμε τη σκηνή της δολοφονίας του Ιούλιου Καίσαρα. Θα πυροβοληθείς στη Θεσσαλονίκη σε μια λαϊκή όπερα με τον Μπιθικώτση και τον Καζαντζίδη. Ένας Αρτεμίδωρος θα σου δώσει στο αεροδρόμιο ένα γράμμα που θα σου αποκαλύπτει τη συνωμοσία μα εσύ θα το αμελήσεις”. Έτσι έγραψα τότε το αφήγημα Το Τραγούδι του Νεκρού Αρχηγού. Χαμογέλασε πικρά. Η μνησικακία προς τους ζωντανούς, η μυθοποίηση των πεθαμένων. Τραγουδήσαμε το Έφτασες αργά του Μανόλη Αναγνωστάκη. Άργησες πολύ και το ‘χασες το τρένο, άργησες πολύ δε σε περιμένω.
***
Βόλος, Λάρισα, Καρδίτσα, Τρίκαλα, Θεσσαλονίκη, Σέρρες. Κίνηση για την Ενότητα της Αριστεράς. Για μας μιας Νέας Αριστεράς. Πατά γκάζι κι εγώ στη θέση του συνοδηγού, θαρρείς στην όχθη ενός άγριου ποταμού που κατεβάζει νερά, κορμούς, χώματα, πέτρες, σώματα να κτίζω “υδροηλεκτρικά” φράγματα, μ’ αυτός κάθε τόσο να τα γκρεμίζει και να συνεχίζει ακάθεκτος την ελικοειδή ανυπόμονη διαδρομή του προς τη μεγάλη θάλασσα. Άλλες φορές τρυπούσε τα βουνά, άνοιγε στοές κι εγώ ένας μηχανικός ορυχείων να ξεδιαλέγω τα ακατέργαστα διαμάντια από τα μπάζα. Υπήρξε, με τη δική του επιστήμη και τέχνη της υπερβολής, της απόλυτης αντιστροφής του “μηδέν άγαν” σ’ ένα ρεαλισμό δίχως όρια, με τη δική του Θεοδωρακική μυθολογία και μεθοδολογία της μεταφοράς και της ελληνικής ειρωνίας, ένας ακούραστος παραγωγός νέων πολιτικών ιδεών. Εισηγητής νέων καταστάσεων που αιφνιδιάζουν και σοκάρουν. Κι όταν οι πολλοί με χίλια βάσανα και πολλές εκπτώσεις τις υιοθετούσαν και έτρεχαν όλοι μαζί σαν κοπάδι στην ίδια κατεύθυνση εκείνος κόντρα στο ρεύμα διάλεγε την αντίθετη πορεία. Όταν οι ιδέες του γίνονταν mainstream σύμβαση, καθιερωμένο αναμάσημα εκείνος πετούσε ένα θεόρατο βράχο στα τελματωμένα νερά. Ακόμα στ’ αυτιά μου βουίζουν, τόσες δεκαετίες μετά, οι παθιασμένες ιδέες του για μια ενωμένη Ευρώπη και μια νέα ευρωπαϊκή αριστερά. Ήταν ο προσωπικός φίλος του Μιτεράν, του Μπερλινγκουέρ, του Μαρσαί, του Πάλμε, του Μπραντ, αυτός που συνάρπαζε τα πλήθη στη Ρώμη, το Παρίσι, το Λονδίνο, το Ανατολικό και Δυτικό Βερολίνο και πραγμάτωνε μια νέα ψυχική ενότητα της Ευρώπης, αυτός που πάντρεψε τον Μπετόβεν και τον Μπαχ με το Υπερμάχω, τον Ερωτόκριτο, το Πότε θα κάνει Ξαστεριά, τη Συννεφιασμένη Κυριακή, ο πρώτος των πρώτων Ευρωπαίος και παγκόσμιος πολίτης. Κι όμως όταν οι Έλληνες μέθυσαν με το εύκολο κοινοτικό χρήμα και αποκοιμήθηκαν με την ψευδαίσθηση μιας γραμμικής, σιδηροδρομικής σύγκλισης με την Ευρώπη, κι όταν οι από καθέδρας περισπούδαστοι, Έλληνες και ξένοι, βάδιζαν επί χρόνια αμέριμνοι στην καταστροφή εκείνος πήρε τον αντίθετο δρόμο. Επέστρεψε εκεί που ξεκίνησε, σ’ έναν παράφορο αντιστασιακό πατριωτισμό με δανεικό άρωμα από τα μέτωπα παλαιότερων πολέμων. Όταν στραβώσει η βέργα από τη μια μπάντα την τραβά με βία αντίστροφα. Αυτή είναι η Θεοδωρακική διαλεκτική κι όποιος κατάλαβε κατάλαβε το νόμο της αντίφασης. Είναι αλχημιστής δεν είναι λογιστής. Είναι “Κρητικός”, πάει να πει δε βουλώνει τα αυτιά του με κερί, δε δένεται στο κατάρτι, αρπάζει τις Σειρήνες - ιδέες, μελωδίες, γυναίκες- τις φέρνει στο κατάστρωμα, τις γλεντίζει, ταξιδεύει μαζί τους.
***
Από τη Σητεία ως τα Χανιά, περιοδεία φωτιά. Άγιος Νικόλαος. Ιεράπετρα. Αρχάνες. Ηράκλειο. Ανώγεια. Ρέθυμνο. Χαλέπα. Κάνδανος. Γαλατάς. Οι τάφοι. Παραγγελιά: “το πλοίο που θα με φέρει τελευταία φορά να σιμώσει αργά τρυφερά στη στεριά”. Μαύρο Καράβι. Μαυροπούλι. Μαυρομάνικο μαχαίρι. Μαύρα ρούχα. Μαύρα μάτια. Μαύρα ρόδα. Βγάλτε τα μαύρα πανιά (Γιάννη Θεοδωράκη). Κάποτε θα ‘ρθει ένα πρωί ο Μαύρος Καβαλάρης. (Μάνου Ελευθερίου). Αναφορά στους παππούδες - καπετάνιους στις κρητικές επαναστάσεις. Ό,τι απόμεινε από τον αρχέγονο, άναρχο, ανυπότακτο, ελεύθερο καβαλάρη των Ορέων “Είμαι η Κρήτη”, φωνάζει στο Αρκάδι ο καπετάν Μιχάλης κι αυτοκτονεί. Ο Καζαντζάκης δεν ξεγελιέται “Ο Μιχάλης έχει ένα δαίμονα μέσα του που δεν είναι η Κρήτη”. Μέσα στο Μίκη, καπετάν Μιχάλη, υπάρχει ένα παθιασμένο, πένθιμο, αχόρταγο, ηρωικό, παράλογο, απελπισμένο πρωτεϊκό Εγώ. Ο ήρωας διασαλεύει το συλλογικό ήθος. Σκοτώστε τον! Κρήτη, η μεγάλη του πληγή. Η Κρήτη τον "πρόδωσε"! Ακολούθησε έναν πατρινό, τον Ανδρέα Παπανδρέου. Κρης τον Κρήτα. Αριστερός τον αριστερό. Το άρωμα της προδοσίας παντού. Μη με προδώσεις. Φίλοι κι εχθροί θα του ζητούν, κατάματα θα σε κοιτούν, μη με προδώσεις (Γιάννη Θεοδωράκη). Πάψε Μίκη να μηρυκάζεις τις τοξίνες της προδοσίας. Κανείς ποτέ δε σε πρόδωσε γιατί ποτέ δεν πρόδωσες τον εαυτό σου. Ζητούσες τα πάντα μα οι άνθρωποι δεν είχαν τα πάντα. Εσύ ικέτευες εμάς τους μαθητές σου κατά καιρούς να σε “εγκαταλείπουμε”, να βρούμε τους εαυτούς μας, το δικό μας δρόμο, να γίνουμε αυτόφωτα άστρα. Εσύ μας παρότρυνες! “Πρέπει να χωρίζουμε για να ξανασμίξουμε”. Κι εμείς άπληστοι σου ζητούμε τα πάντα. Μα πόσες φορές το εσωτερικό σου κάλεσμα, το εσωτερικό σου ρολόι θα μπορούσε να συγχρονιστεί με το ρολόι μιας ιστορίας που άλλαζε με ξέφρενη αστρική ταχύτητα; Έχεις ξεπεράσει το ανθρώπινο μέτρο και το ξέρω καλά πως σαν τον συμπατριώτη μας τον Επιμενίδη, τον καθαρτή, θα διακόπτεις τον ύπνο σου στους αιώνες και θα επιστρέφεις όταν χρειαστεί σε διαφορετικούς τόπους σε διαφορετικές εποχές. Τώρα πρέπει να μείνεις μόνος και να θυμηθείς και πλατανόφυλλα να φέρεις και να γράψεις. Κι εμείς θα ξανατραγουδούμε μαζί σου όπως τότε στο φρούριο Φιρκά, στα Χανιά, εκεί που στον βομβαρδισμό του 1897 από τις “προστάτιδες δυνάμεις” ο βρακοφόρος Καγιαλές έκανε το κορμί του ιστό της σημαίας:

Πυροβολήστε το χρόνο, σκοτώστε το χρόνο.
Ο χρόνος εκτός νόμου (Μίκης).
Πρωτομαγιά 2013